Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

Μια ανάρμοστη σχέση

Εμενε σε μιά μικρή γκαρσονιέρα στον πρώτο όροφο. Την είχα βοηθήσει μία φορά να μεταφέρει τις σακούλες της λαϊκής από το ασανσέρ στο σπίτι της και το είχα δεί για λίγο, φευγαλέα, από τις άκρες των ματιών μου , κυτώντας μόνο εκείνη, μη τυχόν φανώ κουτσομπόλα ή αδιάκριτη..
Ητανε σημαιοστολισμένο με φωτογραφίες, σουβενίρ, είδη λαϊκής τέχνης, κουκλάκια, κάθε λογής μπιχλιμπιδάκια, όλα μικρούλικα, μινιατούρες και ωραία τοποθετημένα στο πεντακάθαρο σπίτι της.  
Η δική μου αισθητική όμως τότε ήτανε εντελώς γιαπωνέζικη και με αιφνιδίασε αρνητικά όλος αυτός ο καταιγισμός σχημάτων καιχρωμάτων που πλημμύριζε τον μικρό χώρο.
Ητανε μεγάλη γυναίκα, μεταξύ εβδομήντα και ογδόντα, πολύ παχιά με βαμμένα ξανθά μαλλιά, πάντα έντονα μακιγιαρισμένη, αφύσικα πολύ γιά την ηλικία της, σκεφτόμουνα τότε πού είχα οριστικό διαζύγιο με το μακιγιάζ.
Τα χείλη της και τα νύχια της πάντα κόκκινα, τα μάγουλά της γεμάτα ρόζ πούδρα και τα μάτια της με μάσκαραστις βλεφαρίδες, σκιές στα βλέφαρα καιμολύβι απο κάτω φάνταζαν αφύσικα έντονα και ταυτόχρονα αφηρημένα σαν να κύταζε κάτι άλλο μέσα σε σένα και όχι εσένα.
Ητανε ευγενική και τυπική με όλους τους ενοίκους στην πολυκατοικία, στην οποία μέναμε αλλά δεν είχε στενές σχέσεις με κανένα. Η μητέρα μου και η Αλεξάνδρα από το διπλανό διαμέρισμα είχανε φαγωθεί να μάθουνε αν ήτανε χήρα ή χωρισμένη, αν είχε παιδιά, αδέλφια αλλά παρόλο που έμενε ήδη ένα χρόνο στην πολυκατοικία, καμμιά δεν τολμούσε να την ρωτήσει αν και είχαν μιλήσει αρκετές φορές.
Ενα ξημέρωμα γυρίζοντας με την ψυχή στο στόμα σπίτι μου γεμάτη αγωνία αν θα κοιμούνταν οι δικοί μου η θα με περίμεναν γεμάτοι οργή πίσω από την πόρτα, κάλεσα το ασανσέρ χωρίς να προσέξω ότι ήτανε ήδη εν κινήσει.
Οταν σταμάτησε πριν προλάβω ν'άνοίξω την πόρτα να μπώ, βγήκε ένας νεαρός άντρας γύρω στα τριάντα. Κυταχτήκαμε για μια μόνο στιγμή χωρίς κανείς κατά την διάρκεια της να μπορεί να κρύψει τον αιφνιδιασμό και την ενόχληση που γέννησε στιγμιαία αυτή η συνάντηση. Εγώ τσακίστηκα να μπώ στο ασανσέρ και αυτός να φύγει. Την ώρα που ετοιμαζόμουνα να πατήσω το κουμπί του τρίτου που έμενα, άκουσα πολύ καθαρά, έχω οξύτατη ακοή, την πόρτα της γκαρσονιέρας που έμενε η κ. Μάρω να κλείνει σιγά-σιγά. Ο νεαρός βγήκε από το σπίτι της... Ημουνα σίγουρη γι'αυτό χωρίς να ξέρω το γιατί... Ζιγκολό σκέφθηκα πρέπει να είναι..
Οι δικοί μου ήτανε ξύπνιοι και τα βασανά μου ήτανε αρκετά για να ξεχάσω την ιστορία με τον νεαρό, αλλά όχι για πολύ μιάς και τα νυχτοπερπατήματά μας, μας έκαναν να διασταυρωθούμε στην είσοδο η στο ασανσέρ άλλες δύο φορές.
Μετά από έξι μήνες η κ. Μάρω πέθανε ξαφνικά. Σχεδόν όλη η πολυκατοικία πήγε στην κηδεία της περισσότερο από περιέργεια να μάθει περισσ'οτερα για αυτήν παρά από θλίψη για τον χαμό της.
Εκεί είδαμε για πρώτη φορά τον γιό της, μάθαμε ότι ήτανε χήρα, ότι δεν είχε αδέλφια, ότι ο γιός της ήτανε ανύπαντρος και στο βάθος της εκκλησίας πίσω από μιά κολώνα, εγώ είδα εκείνο τον νεαρό σαν χαμένο να κλαίει σιγανά...

Αλίνα  2/11/2014 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου