Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

Οράματα

Η ομιλία του αρχηγού μόλις είχε τελειώσει. Το χωριό ήταν καλά οργανωμένο, το συσσίτιο ήταν πλούσιο και η φιλοξενία άριστη. Φάγαμε, μετά από πολύ καιρό, ζεστό φαγητό και ήπιαμε κοκκινέλι που το είχαν φυλάξει οι χωριανοί για μας. Είχε δημιουργηθεί μια ευχάριστη ατμόσφαιρα και ήμασταν χαλαροί. Ή έτσι δείχναμε... Από τότε που ξεκινήσαμε, ελάχιστες στιγμές χαλάρωσης υπήρξαν και αυτές μόνο φαινομενικά. Ο καθένας σίγουρα κάτι σκεφτόταν... κάτι νοσταλγούσε... κάποιο αγκάθι βασάνιζε τη ψυχή του...
Μια ιδέα μου τριβέλιζε το μυαλό... κοιτούσα τους λόφους και τα φώτα της πόλης... φαινόταν τόσο κοντά! Λίγα βήματα και θα ήμουν εκεί...
Ήπια κάμποσο κρασί για να βρω το θάρρος να μιλήσω στον αρχηγό. Μετά το γλέντι, αργά το βράδυ, τον πέτυχα μόνο του σε μια γωνιά. Καθόταν σκεφτικός και κάπνιζε... Οι άλλοι, αποκαμωμένοι είχαν πλαγιάσει ένα γύρω από τη φωτιά.
“Αρχηγέ!” φώναξα. “Θέλω μια χάρη. Θέλω να με αφήσεις να κατέβω για λίγο στη πόλη”. Τινάχτηκε ξαφνιασμένος. Έσμιξε τα φρύδια του και με κοίταζε στα μάτια να δει αν μιλάω σοβαρά. Έσκυψα το κεφάλι ντροπιασμένος.... φοβήθηκα πως θα με κατσαδιάσει... Τότε εκείνος χαμογέλασε, με χτύπησε στον ώμο φιλικά και είπε: “Είναι πολύ επικίνδυνο! Θα πάθεις καμμιά ζημιά...”. “Δεν θα πάθω τίποτα!” αποκρίθηκα ενθαρρυμένος. “Να πας αλλά να προσέχεις κακομοίρη μου! Στην ηλικία σου την τρώει κανείς κατακούτελα!” Γέλασα αναθαρρυμένος. “Στην ηλίκια μου;” “Δεν το ξέρεις; Στην ηλικία σου ο έρωτας είναι ο χειρότερος απ' όλους! Φυλάξου!”
Αποχώρησα χαρούμενος. Βρήκα μια άδεια θέση ανάμεσα στους άλλους και ξάπλωσα. Παρά τη κούραση, τα βλέφαρα μου δεν έκλειναν. Η αγωνία για την αυριανή μέρα και ο φόβος μην το μετανιώσει ο αρχηγός κράτησαν το βλέμα μου όλη νύχτα στο παράθυρο.
Όταν οι πρώτες ακτίδες του ήλιου έπεφταν στο τζάμι, ήμουν ήδη στο σπίτι του κουρέα. Με κούρεψε, με ξύρισε, μου δάνεισε κάποια παλιά ρούχα και μια τραγιάσκα και ήμουν έτοιμος να κατέβω στην πόλη. Βγαίνοντας από το χωριό, συνάντησα τον φύλακα που εγώ είχα ορίσει το βράδυ. Τον καλημέρισα, του είπα ένα μικρό ψέμα πως έχω εντολή από τον αρχηγό να πάω να φέρω κάποιον, και με άφησε. “Επιστρέφω σε λίγο!” του φώναξα ενώ απομακρυνόμουν και γελούσα από μέσα μου. Δεν έπρεπε να μου επιτρέψει να φύγω. Η μεταμφίεση μου πέτυχε! Δεν με αναγνώρισε! Με πέρασε για έναν απλό χωριάτη! Όλα καλά μέχρι εδώ. Πήρα μια βαθιά ανάσα και κατηφόρισα με γρήγορα βήματα.
Έβλεπα την πόλη να απλώνεται μπροστά μου... Ποτέ άλλωτε δεν είχα προσέξει την ομορφιά της... Απίστευτο μου φαινόταν πως, επιτέλους, μετά από τόσους μήνες, θα περπατούσα πάλι στους δρόμους της... Θα ανέπνεα το άρωμα της... Θα ήμουν ένας απλός πολίτης... “ Ένας απλός πολίτης;” άκουσα έναν ψίθυρρο. Γύρισα πίσω μου να δω ποιος με έχει πάρει στο κατόπι και διαβάζει τις σκέψεις μου. Δεν ήταν δυνατόν να ήμουν τόσο άπροσεχτος! Δεν είχα τέτοιο δικαίωμα. Έπρεπε σε κάθε μου βήμα να προσέχω. Ούτε η σκιά μου δεν έπρεπε να με ακολουθεί... Κανείς! Όλα φαινόντουσαν ήσυχα. Η πόλη σιγά σιγά ξυπνούσε και οι ήχοι της έφταναν ως τα αυτιά μου σαν κελάηδημα πουλιών. “Χαχαχαχαχα!” άκουστηκαν δυνατά γέλια. “Μα τι διάλο συμβαίνει εδώ;” φώναξα δυνατά. “Ποιος είσαι; αν φοράς παντελόνια βγες έξω να σε δω και μην κρύβεσαι”. “Χαχαχαχαχαχα” συνεχίστηκαν τα γέλια. Είχα αρχίσει να ιδρώνω. Κάτι δεν πήγαινε καλά εδώ... “Ποιος είσαι; γιατί κρύβεσαι;” ξαναφώναξα και κοίταζα γύρω μου ψάχνοντας. “ Προς λάθος κατεύθυνση κοιτάς!” με ειρωνεύτηκε. Προσπάθησα να κρατήσω την ψυχραιμία μου. 'Ισιαξα την τραγιάσκα μου και συνέχισα αδιάφορος τον δρόμο μου. “Τι ήταν αυτή η φωνή; Από που ακούστηκε;” αναρωτιόμουν. “Καλύτερα να αλλάξω πορεία για να τον μπερδέψω. Δε θέλω μπλεξίματα. “Από όπου κι αν πας εγώ θα σε ακολούθησω!” είπε με έναν τόνο σιγουριάς. “Εμείς οι δυο, έχουμε να κάνουμε μια συζήτηση” συνέχισε. Στάθηκα για λίγο σαστισμένος... δεν είδα καμία κίνηση. Θα μου φάνηκε σκέφτηκα και συνέχισα το δρόμο μου. Πήρα τη δημοσιά. Ήταν πιο ασφαλές από το να πηγαίνω μες τα χωράφια. Ένας απλό χωριάτης ήμουν, δε θα κινούσα υποψίες.
Περπατούσα με γοργά βήματα και ρουφούσα το άρωμα της νοτισμένης γης από την πρωινή υγρασία. Τα βήματα μου ήταν μάλλον ατσούμπαλα. Είχα ξεσυνηθίσει να περπατάω σε άσφαλτο. Προσπάθησα να τα κάνω πιο σταθερά... Ήμουν ενθουσιασμένος! Ο δρόμος δεν είχε κίνηση και δεν φαινόταν τίποτα ύποπτο. “Μην ξεθαρρεύεις τόσο. Ο εχθρός μπορεί να φανεί ανά πάσα στιγμή!” άκουσα πάλι την ίδια φωνή. Κάποιος με είχε πάρει στο κατόπι. Αλλά ποιος; Κανείς δεν ήξερε πως θα φύγω. Κοίταξα με την άκρη του ματιού μου και είδα πως κάποιος βαδίζει πλάι μου. Σήκωσα τα μάτια μου και είδα έναν τύπο με μεγάλα γένια που φορούσε τα ρούχα μου. Αυτά που είχα αφήσει στο σπίτι του κουρέα για να φορέσω τα χωριάτικα. Κοιτώντας πιο προσεκτικά, είδα πως μου μοιάζει! “Ποιος είσαι εσύ; πως βρέθηκες εδώ;” ρώτησα δήθεν άνετα ενώ κατέβαλα μεγάλη προσπάθεια να μην δείξω την ταραχή μου. “Χαχαχαχα” άκουστηκε πάλι το ειρωνικό του γέλιο. “Εγώ, είμαι εσύ. Δε με αναγνωρίζεις;” “Εσύ είσαι εγώ;” επανέλαβα μηχανικά. “Ναι. Εγώ είμαι εσύ. Είμαι αυτός που πίστεψες πως άφησες σε κείνο το σπίτι. Είμαι αυτός που νόμιζες πως τον πέταξες στο πάτωμα μαζί με τα ρούχα που με τόση χαρά έβγαλες. Είμαι εσύ. Είμαι αυτός που τόσους μήνες σε ακολουθεί τώρα από στρατί σε στρατί. Είμαι αυτός που σου δίνει δύναμη να συνεχίσεις τον δύσκολο δρόμο που διάλεξες. Είμαι εσύ. Που σου διώχνω τον φόβο τα βράδια όταν μένεις μόνος. Που σου δίνω δύναμη κάθε πρωί να συνεχίσεις τον αγώνα.” Έμεινα αποσβωλωμένος να τον κοιτώ ενώ συνέχιζε... “Τον αγώνα. Θυμάσαι; Θυμάσαι ή τα ξέχασες όλα σε μια στιγμή;” “Θυμάμαι...” τρέβλισα. “Τι γυρεύεις εδώ; Η θέση σου είναι εκεί πάνω. Με τους άλλους. Παραβαίνεις τον όρκο σου!” μου είπε αυστηρά. “Μα δεν τον παραβαίνω. Ο ίδιος ο αρχηγός μου έδωσε την άδεια. Και ξέρεις πόσο αυστηρός είναι σε αυτά τα ζητήματα.” απολογήθηκα. “Λιποτακτείς απ'το καθήκον σου! Ορκίστηκες να πολεμήσεις μέχρι τέλος!” “Τηρώ τον όρκο μου.” “Άφησες τον αγώνα για μια γυναίκα! Προδότη!” Άρχισα να χάνω την ψυχραιμία μου... δεν είχα αφήσει τον αγώνα. Για μια μέρα μόνο θα έλειπα. “Από τη στιγμή που έγινες αντάρτης δεν μπορείς να εκθέτεις τον εαυτό σου σε δημόσιο κίνδυνο! Τώρα προέχει ο αγώνας. Ο έρωτας μπορεί να περιμένει.” Σε αυτό το σημείο είχε ένα δίκιο. Δεν ήμουν τυχαίος αντάρτης. Ήμουν επικεφαλής ομάδας. Έπρεπε να προσέχω. Τόσα άτομα εξαρτόνταν από μένα. Είχα υποχρέωση απέναντι τους να επιστρέψω ασφαλής. “Δε θα πάθω τίποτα.” του απάντησα με σιγουριά. “Μόνο για λίγο θα πάω να την δω και θα γυρίσω πίσω στην ομάδα μου.” “Αυτά που κάνεις είναι επιπολαιότητες. Ο αντάρτης δεν έχει χρόνο για έρωτες. Ο νους του οφείλει να είναι μόνο στον αγώνα.”
Ο ήχος ενός αυτοκινήτου που ανέβαινε μουγγρίζοντας την ανηφόρα διέκοψε απότομα τη συζήτηση. Διέκρινα δυο Γερμανούς μέσα μαζί με μια γυναίκα να χαριετίζονται και να χασκογελάνε. Μου κόπηκαν τα γόνατα... Αν γινόταν έλεγχος; Δεν είχα χαρτιά μαζί μου. Μετάνιωσα που είχα αφήσει το βουνό! Προσπάθησα να φερθώ φυσιολογικά. Έσκυψα δήθεν να δέσω τα κορδόνια των παπουτσιών για να κρύψω το πρόσωπο και την ταραχή. Κρύος ιδρώτας περιέλουσε το κορμί μου... Άκουσα το αυτοκίνητο να απομακρύνεται. Ευτυχώς δε σταμάτησαν. Συνέχισα το δρόμο μου χωρίς άλλες απρόοπτες συναντήσεις. Τάχυνα το βήμα μου. Λίγο ακόμα και θα έφτανα. Επιτέλους θα την συναντούσα ξανά!
Με το σούρουπο έφτασα στα πρώτα σπίτια της πόλης. Όλα έμοιαζαν φυσιολογικά. Σαν να μην είχαμε πόλεμο. Τα παιδιά έπαιζαν στο δρόμο και οι παιδικές τους φωνές με ταξίδεψαν χρόνια πίσω... τότε που έπαιζα κι εγώ ανέμελος σε μια γειτονιά. Όμορφα που είναι στη πόλη! Πλησιάζοντας προς το κέντρο, κι ενώ έπεφτε η νύχτα, η κίνηση στους δρόμους μειωνόταν. Όταν έφτασα στη κεντρική πλατεία είδα την πρώτη εχθρική περίπολο. Η μαγεία χάθηκε!
Έλαβα όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις και με αργά βήματα βρέθηκα στη πόρτα του φίλου μου. Δεν είχε ενημερωθεί για την επίσκεψη μου, δεν με περίμενε. Ήξερα πως είναι κι αυτός στην οργάνωση και τον εμπιστευόμουν. Δεν είχα κι άλλη επιλογή. Έπρεπε να τον εμπιστευτώ. Χτύπησα τη πόρτα διστακτικά. Η πόρτα άνοιξε και πριν προλάβω να μετανιώσω, αντίκρυσα μια μορφή ξαφνιασμένη. Δεν με αναγνώρισε. Έβγαλα την τραγιάσκα και χαμογέλασα. Ήταν ακόμα διστακτικός. Του είπα ποιος είμαι. Τρόμαξε να με αναγνωρίσει. Η μεταμφίεση μου ήταν τέλεια! Του εξήγησα πως ήρθα για λίγο, δεν είχα πολύ χρόνο και τον σκοπό της επισκέψης μου.
Έτρεξε γρήγορα να την ειδοποιήσει. Έμεινα μόνος στο σκοτεινό δωμάτιο. Αδημονούσα ευτυχισμένος! Πόσο μου είχε λείψει! Πλύθηκα, φόρεσα καθαρά ρούχα και περίμενα. Οι στιγμές της προσμονής ατέλειωτες... Μου φάνηκε πως πέρασαν μέρες μέχρι που άκουσα τον ήχο της κλειδαριάς και τη φωνή της. Μόλις με αντίκρυσε, έβγαλε μια χαρούμενη κραυγή κι έτρεξε στην αγκαλιά μου. Δεν χόρταινα να την φιλώ και να την κοιτώ! Ανταλλάξαμε τα νέα μας, τους φόβους μας, τις ανησυχίες μας ώσπου κούρνιασε μεθυσμένη από ευτυχία στον ώμο μου και την πήρε γλυκά ο ύπνος. Ήταν τόσο όμορφη!
Αχάραγα την άφησα από την αγκαλιά μου και σηκώθηκα να φύγω. Ντύθηκα χωρίς να κάνω θόρυβο, άνοιξα σιγά τη πόρτα και κατέβηκα τις σκάλες. Κλείνοντας την αυλόπορτα γύρισα πίσω να κοιτάξω για τελευταία φορά το μέρος. Ποιος ξέρει αν και πότε θα ξαναρχόμουν... Τότε την είδα! Ήταν εκεί! Έστεκε στο παράθυρο και με αποχαιρετούσε... Στεκόταν όρθια, σαν μαρμαρωμένη με ένα βλέμμα... Σπάραξε η καρδιά μου. Πως μπορώ και της το κάνω αυτό; Πως μπορώ και την αφήνω πάλι; Έκανα να γυρίσω πίσω. Ήθελα τόσο να την σφίξω στην αγκαλιά μου και να μην την αφήσω ποτέ ξανά! Ένα χέρι με ακούμπησε στον ώμο. “Πάμε...” είπε με σιγανή φωνή. “Πρέπει να φύγουμε πριν ξυπνήσει η πόλη. Όσοι λιγότεροι σε δουν, τόσο πιο ασφαλής θα είσαι κι εσύ κι εκείνη.” Γύρισα και είδα τη φιγούρα που με συνόδεψε στο κατέβασμα. “Πάμε...” είπα συγκαταβατικά.
Για ώρες βάδιζα σα χαμένος. Δε μπορούσα να συνέλθω. Πονούσε η καρδιά μου. Έκλαιγα σαν μωρό παιδί... Τα βήματα με οδήγησαν έξω από τη πόλη. Είχα πάρει τον δρόμο της επιστροφής. Αυτό ήταν... Τελείωσε. Άρχισα να δέχομαι σιγά – σιγά το συντελεσμένο. Ο νους μου πήγε πάλι στο βουνό, στην ομάδα, στον αγώνα. Το χρέος μου είναι να είμαι εκεί.


Αντιγόνη, Κυριακή 16.11.2014


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου