Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

Γιατί;

Γιατί ο ουρανός δεν μας μιλάει; Γιατί!

Δεν θα μπορούσα ποτέ να γνωρίζω αυτό τον τρόμο. Τουλάχιστο όχι πριν τον νοιώσω.
Αλλεπάλληλοι, εκκωφαντικοί κρότοι από εκρήξεις έκαναν τα τύμπανά μου να αιμορραγούν και τα μάτια μου να χάνονται σε εκλάμψεις, σε κραυγές θανάτου που κανένας εφιάλτης δεν θα μπορούσε να φανταστεί. Οι σάρκες και τα πτώματά τους φτιάχνουν έναν περίτεχνο καμβά, όμοιο με χαλί που πάνω τους πρέπει να γλιστρήσουμε αν θέλαμε να σωθούμε, εγώ και ο Γιώργος.
«Γιώργο, τι είναι αυτό μπροστά μας; Μοιάζει με πολυβολείο!»
«Δεν μπα να ‘ναι ότι θέλει. Εμείς έχουμε διαταγές. Πρέπει να πάμε προς τα εκεί.»
«Ρε συ! Φοβάμαι!»
«Κι εγώ. Έχουμε άλλη επιλογή; Πρέπει να προχωρήσουμε!»

Μαζί με το Γιώργο συρθήκαμε δύο μέτρα πιο κοντά προς το στόχο. Ήταν μια τρύπα φτιαγμένη από χώμα, πέτρες και μια μεταλλική σκουρόχρωμη κάνη που κάθε τόσο ηχούσε τις κραυγές από στρατιώτες που εκλιπαρούσαν να μην ζήσουν άλλο. Οι κραυγές αυτές με έκαναν να θέλω να κλείσω τα αυτιά μου. Και αυτό δεν το είπα στο Γιώργο, αλλά μόνο ήθελα να κρυφτώ στην αγκαλιά του κουρνιάζοντας το σώμα μου μέσα στο δικό του, ξορκίζοντας τον τρόμο που ένοιωθα.

Αστείο πράγμα. Να προσπαθείς να κρυφτείς από τον τρόμο που βρίσκεται παντού. Εκεί είναι ο εχθρός. Κοντά μας, αλλά καλά φυλαγμένος. Έτοιμος να μας δρέψει.

Αγγίζω το πρόσωπό μου και αναζητώ τα’ αγγίγματά του. Αυτά που ζουν στα λουλούδια που κοιμούνται κάτω από τους πάγους.

Το μέταλλο μίλησε για εμάς. Δίχως καμία διάθεση να κρύψει κάτι. Κάπου ανάμεσα σε άναρθρες κραυγές, κάπου μέσα στους ήχους του τρόμου. Εκεί όλα ειπώθηκαν και έγιναν.

Μέσα και έξω από μέσα και μέσα πάλι, και έξω και μέσα και πάλι. Να σκέφτομαι πού να είσαι, εσύ, Γιώργο. Δώσε μου τα χέρια σου να με θρέψουν στο κόσμο σου, δώσε μου τη γη σου που σκότωσε το χρόνο μας πριν να γίνει.

Γιώργο; Γιώργο! Είσαι εκεί; Σε κοιτάζω και δε ξέρω πλέον τι βλέπω. Τα χείλη σου είναι δίχως μορφή. Τι να αγγίξω, Γιώργο; Τι να σε φιλήσω Γιώργο!

Θυμάσαι τη μέρα που ήμασταν μαζί στην κορυφή του βουνού; Έκανε κρύο. Θυμάσαι; Δώσαμε να χέρια ο ένας στον άλλο για να μην κρυώνουμε τόσο. Τα πρόσωπά μας βρέθηκαν κοντά. Η ανάσα μας βρέθηκε πιο κοντά. Είδα τα μάτια σου. Είμαι σίγουρος πως και εσύ με είδες στα δικά σου.

Αυτό το χαμόγελο!

Γιώργο πού θες να πάμε; Νομίζω πως ξέρω πού θες να πάμε, Γιώργο. Στο δάσος μας, εκεί ανάμεσα σε ψηλά δέντρα και μικρά λουλούδια. Θυμάσαι που χορεύαμε; Με είχες αγκαλιάσει. 

Ο χορός μας, Γιώργο! Στο νερό που μέσα του βυθιστήκαμε Γιώργο. Οι ανεπαίσθητοι ήχοι που ακούσαμε, Γιώργο. Μαζί, Γιώργο. Εκεί, πιο μακριά από τ’ αγγίγματά μας είδαμε εκείνους τους τρόμους, Γιώργο
.
Γιώργο; Γιώργο! Είσαι εκεί;

Γιώργο, πόσο γλυκό το φιλί σου! Το άγγιγμά σου, η σάρκα σου. Γιώργο!

Γιατί σιωπάς ρε συ;!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου